αποδιώχνομαι


αποδιώχνομαι
αποδιώχνομαι, αποδιώχτηκα, αποδιωγμένος βλ. πίν. 30

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • περιωθώ — έω, Α 1. σπρώχνω κάποιον ή κάτι εδώ κι εκεί 2. παθ. περιωθοῡμαι α) αποδιώχνομαι από μια θέση, εκτοπίζομαι («ἀσθενὲς ὂν περιωθεῑται ὑπὸ τοῡ βιαιοτέρου», Διον. Αλ.) β) αποβάλλομαι, εξορίζομαι γ) μτφ. χάνω την εύνοια κάποιου, περιφρονούμαι («μὴ τοῑς …   Dictionary of Greek